Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Μόνη στο γραφείο


Από νήπιο, το έπιπλο που μου είχε προξενήσει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ήταν το γραφείο του πατέρα μου, ένα βαρύ μαονένιο τερατούργημα με σκούρα επιφάνεια, που περισσότερο θύμιζε κάσα σε κηδεία Αρεοπαγίτη.

Ένα γραφείο για υψηλόβαθμο στέλεχος Υπουργείου, ένα γραφείο με σιδερένιες κλειδαριές, που ερέθιζαν τόσο πολύ την παιδική μου φαντασία ώστε να φαντάζομαι μονίμως την ύπαρξη χαμένων διαθηκών, ημερολογίων που έκρυβαν την αλήθεια (μήπως, τελικά, ήμουν υιοθετημένη;), φωτογραφιών από παλιούς έρωτες, κατοχικών χρημάτων και οτιδήποτε άλλου μπορούσε να συλλάβει η ελεεινή μου περιέργεια. Πίσω από το γραφείο εφάρμοζε ευλαβικά μια θεόψηλη μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα με κουμπιά τύπου Chesterfield, που παρέπεμπε σε αυστηρό ιατρείο παθολόγου, ο οποίος εξετάζοντας τον ασθενή θα έλεγε με ύφος Μάνου Κατράκη «έχετε έξι μήνες ζωής», σε μια ντουζίνα ασθενείς κάθε μέρα. Το ημίφως, που υπέφωσκε μονίμως, χειμώνα - καλοκαίρι, οι κατεβασμένες γρίλιες, αλλά και το ’60s φωτιστικό μαζί με την αρχαία Olympia γραφομηχανή με το μπλε καρμπόν περασμένο στη θέση του ενίσχυαν το πάθος μου για αυτή τη γωνιά του σπιτιού.
Πρώτα έμαθα τις κρυψώνες κάτω - πίσω - δίπλα από το γραφείο αυτό και μετά στο δωμάτιό μου. Η βιβλιοθήκη με τα χοντρά βιβλία του πατέρα μου (ο οποίος είχε την ιδιοτροπία να τα δερματοδετεί πάντα μαύρα ή σκούρα καφέ με τυπωμένο χρυσό το όνομα στη ράχη) με έκανε στην αρχή να πιστέψω πως είχε γράψει εκείνος, μονομιάς μάλιστα, όλα τα βιβλία. Εκεί πρωτοέπαιξα –εγώ, ένα ξεχασμένο παιδάκι της πολυκατοικίας, ένα εσώκλειστο του κλιμακοστασίου– εκεί στα μέσα των ’70s, όταν η βόλτα όλων των παιδιών ήταν η επίσκεψη στον μπακάλη της γειτονιάς και το περίπτερο για την εφημερίδα, με έξτρα τσίκλα - φυλλαράκι δώρο. Η πρώτη μου λέξη γράφτηκε σε εκείνη την «αρχαιοελληνική» γραφομηχανή (νομίζω ότι ήταν η λέξη «κ-ο-τ-α») τρόπαιο του πατέρα μου από το γαμήλιο ταξίδι του στη Γερμανία το 1957, ενώ κάτω από τη βαριά κάσα του, περικυκλωμένη από τα σκοτάδια του, έπαιξα για πρώτη φορά με μια δανεική Barbie (από το διπλανό διαμέρισμα), με αυτοσχέδιο ρουχισμό και interior από το καλό σερβίτσιο της μητέρας μου. Εκεί έγραψα πρώτη φορά ημερολόγιο με το φως ενός φακού, εκεί έκλαψα όταν «ανακάλυψα» ξαφνικά πόσο τρομακτικά μισούσα τους πάντες –ακόμα και εκείνους που λάτρευα, τους γονείς μου– εκεί, κοντά στα 14. Εκεί τηλεφωνήθηκα κρυφά (για το φόβο των Ιουδαίων, καλυμμένη από τη χοντρή καρό κουβέρτα μου), εκεί έκανα και τους πρώτους μου υποθετικούς διαλόγους - ευχαριστήρια στα Oscar, ακούγοντας το θέατρο της Δευτέρας στο ραδιόφωνο.

Τα χρόνια πέρασαν κι εγώ, υπομονετικά, περίμενα να κληρονομήσω το τερατόμορφο αναγνωστήριο από τη δεύτερη κάτοχό του, την αδελφή μου, η οποία είχε περάσει αξέχαστες στιγμές σκληρής ελληνικής μελέτης, παραγκωνίζοντας έναν πατέρα ο οποίος διαπίστωνα με καθημερινή λύπη πως χανόταν όλο και πιο πολύ στις δικές του σκέψεις – δαιμόνια που τον βύθιζαν στην ασφάλεια ενός μοναχικού κόσμου. Κατοχύρωσα για τα καλά την Chesterfield πολυθρόνα στα 15 κι ένιωθα κυρίαρχη του χώρου, της μαονένιας κάσας και της βιβλιοθήκης πίσω μου, η οποία πλέον «ξέρναγε» από βιβλία, προσπέκτους, λεξικά, βοηθήματα και εσχάτως από περιοδικά, που τα έκρυβα από τα χαμηλά ράφια εδώ και καιρό και ήταν η ώρα χωρίς ντροπή να γειτνιάσουν με τα δερματόδετα βιβλία του πατέρα μου. Σαν να ζητούσαν ευκαιρία να χλευάσουν για λίγο την καθωσπρέπει μόρφωση που με χτίκιασε τόσα και τόσα χρόνια ή τα ποιήματα του Ουράνη, του Καβάφη και του Καρυωτάκη, που τα έμαθα αναλύοντας το συντακτικό τους και όχι πίνοντας το νέκταρ των στίχων τους – ως όφειλα.


Ατέλειωτα ξενύχτια, μερόνυχτα κούρασης και «θρησκευτικής» αγρύπνιας, λόγω εξετάσεων την επομένη, έκαναν το «μαονένιο μου φερετράκι» αναπαυτικό κρεβατάκι, για εμένα, τις σκέψεις μου και τις ζωγραφιές μου, που πλέον ξέφευγαν από τα χαρτιά και γίνονταν επίθεση αναρχικής, αφού σκάλιζα σιγά - σιγά και σταθερά τις παρυφές των συρταριών του, τα εσωτερικά και τα πλαϊνά του, με κακό σκοπό βανδάλου, αλλά και ονειροπόλου – φρεσκοερωτευμένου στο δάσος, που σκαλίζει με ηδυπάθεια το όνομα της καλής του και την ημερομηνία... 1983, ’84, ’88, ’90, ’92...

Αφεντικό πλέον, όχι μόνο του πατρικού γραφείου, αλλά και του σπιτιού, θρηνώντας έναν πατέρα που πια δεν υπήρχε για να μοιραστεί μαζί μου καμιά λύπη (τις λύπες, νομίζω, τις μοιραζόταν μαζί μου πιο σθεναρά), κατηφόριζα την παλιά αγορά, στην Ερμού και Ασωμάτων, ένα καταμεσήμερο Ιουλίου που ο ήλιος ζεμάταγε τους ώμους μου (κι εγώ χαιρόμουν πως μαύριζα) και νόμιζες ότι βρισκόσουν στο Κάιρο από τη ζέστη, τις φωνές και το μποτιλιάρισμα. Έψαχνα πάλι έπιπλα, ντεκόρ για μια φωτογράφηση –ως συνήθως– σε χρόνο ρεκόρ. Ανέβαινα και κατέβαινα σκάλες στο παλαιοπωλείο, όταν ξαφνικά έμεινα άλαλη συνειδητοποιώντας ποιο έπρεπε να είναι το επόμενο βήμα μου προς την ελευθερία: Με μια κίνηση (σπρωξιά καλύτερα) αποχαιρέτησα στο φορτοεκφορτωτή το πατρικό μου τρόπαιο, το περίφημο γραφείο του πατέρα μου, σε μια κίνηση ματ, αφού είχα σιγουρευτεί ότι η μητέρα μου έλειπε από το σπίτι. Τα πήραν όλα, κοψοχρονιά. Γραφείο, συρτάρια, βιβλιοθήκη, πολυθρόνα, ακόμη και το φωτιστικό. Κράτησα μόνο τα βιβλία να μου θυμίζουν τα μη και τα πρέπει μου, τους κανόνες και τα όριά μου, το καλό και το κακό μου. Αποχαιρέτησα για εμένα, για εκείνον και για εκείνες (ξέρουν αυτές) τα όνειρα αλλά και τους εφιάλτες. Το παλιό μου «κρησφύγετο» έγινε λεία κάποιου παλιατζή, ο οποίος μου είπε πως, αν ήξερε ότι θα ήταν τόσο ογκώδες, δεν θα το έπαιρνε ούτε αυτός ποτέ. Καθόμουν μόνη μου, για ώρες, οκλαδόν στο άδειο δωμάτιο, ανάμεσα στα βιβλία και στα περιοδικά. Για καιρό, ξενοκοιμόμουν στον καναπέ του σαλονιού, μέχρι που έφτιαξα την κρεβατοκάμαρα της Λόρα Άσλεϊ και της Λόρας από το «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι» σε συσκευασία «δύο σε ένα».

Στα επόμενα χρόνια, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι δεν απέκτησα ποτέ δικό μου γραφείο στο σπίτι μου. Φιλοξενούμαι (με απίστευτη γκρίνια και αγάπη) στο γραφείο του συζύγου μου στο σπίτι μας, ενώ στις Εκδόσεις, σε μια έκρηξη αμηχανίας και δημιουργικότητας, πήρα την πρώτη μου συζυγική τραπεζαρία και την έχρισα γραφείο εργασίας.
Δεν ξέρω τι με έπιασε απόψε κι ενώ όλοι έχουν φύγει κι η Εταιρία είναι άδεια, έπεισα τον εαυτό μου πως έπρεπε να κλειδωθεί (στην κυριολεξία) κάπου με απόλυτη ησυχία, για να συγκεντρωθώ. Στο σπίτι επικρατεί μονίμως ο «Πόλεμος των Άστρων», με τα μικρά να αλληλοεξοντώνονται.

Ξαφνικά, εδώ, απόψε, κατάλαβα πως έχω ένα μικρό δωμάτιο δικό μου, έπειτα από πολλά - πολλά χρόνια. Έχω κι ένα ενυδρείο με πολύχρωμα ψαράκια να γουργουρίζουν από ευτυχία που δεν κινδυνεύουν στ’ ανοιχτά νερά κι εγώ να χαζεύω με την ευτυχία τους.
Απόψε, έμεινα μέχρι αργά στο γραφείο μου, στο δικό μου pop art γραφείο, σαν μεγάλη, πολύ μεγάλη πια, αλλά και λίγο σοφή για να το ξεφορτωθώ η ίδια έπειτα από χρόνια, πριν το κάνει κάποιος άλλος καθώς θα πετάει προς την ελευθερία του.

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Η προφητεία


Τα χρόνια της παιδικής μου ζωής πέρασαν ακούγοντας, σαν από χαλασμένο μεγάφωνο, από τις γιαγιάδες, τους παππούδες, τη μάνα και τον πατέρα τη ρήση –προτροπή– ευχή και κατάρα «να μη ζήσετε ποτέ τη φρίκη που ζήσαμε εμείς».
Ο αναστεναγμός ανακούφισης που έβγαινε όταν το έλεγαν, σαν επιθανάτιος ρόγχος από τα σωθικά τους, ανατρίχιαζε, όπως η παρουσία ενός φαντάσματος, την επιδερμίδα μου, αλλά κυρίως στοιχειώθηκε για πάντα το μυαλό μου με τις «εξωφρενικές» ιστορίες που άκουγα (ή τότε έκανα πως άκουγα, για να είμαι συνεπής με την επαναστατική γενιά μου). Όμως, άκουσα και ήξερα. Για να ακριβολογώ, αναστατώθηκε η ύπαρξή μου με αυτές τις «άγριες ιστορίες» από τα παλιά. Για εκείνους ήταν τα παραμύθια που μου έλεγαν σε σκοτεινές βεράντες τα βράδια του Αυγούστου, ανακατεμένα με μυρωδιές νυχτολούλουδου και παιδικού γάλακτος, αλλά στην ουσία ήταν οι εκμυστηρεύσεις - ψυχαναλύσεις των γέρων που «παραδίδουν» στους νέους, όπως οι παλαίμαχοι στους άρτι προσληφθέντες. Γενιές γενεών οι δικοί μου τυραννήθηκαν και αισθάνονταν ανακούφιση (αλλά σίγουρα και μια μικρή δόση χαιρεκακίας και απαξίωσης, τυλιγμένης σε σύννεφα αγάπης) όταν κατέληγαν στη μαγική τους φράση: «Μακάρι να μη ζήσετε στη χώρα αυτή ό,τι ζήσαμε εμείς».
 
 
Όλα άρχιζαν από τη Μικρά Ασία και τη σφαγή των μακρινών παππούδων μου και κατέληγαν στην Κατοχή, με μαυραγορίτες, εκτελέσεις και πείνα. Σφαγές ολόκληρων χωριών, ομαδικές εκτελέσεις, γειτονιές που καίγονταν, αντάρτες που μες στη νύχτα έσπαζαν τα παράθυρα και πέταγαν στουπιά βενζίνης στο πατρικό σπίτι, παιδιά οι γονείς μου να πηδούν από τα παράθυρα για να σωθούν και, μετά, σεισμοί, χαλάσματα, οικονομικές καταστροφές, αναγέννηση, Αθήνα, ’60s και ’70s σουρεαλισμός και γενιά του ’80, η γενιά μου. 
Η προνομιούχος γενιά μου σουλατσάριζε αμέριμνη στα βρόμικα και πυρακτωμένα τσιμεντένια καταφύγια της Αθήνας, αποκομμένη βίαια από φύση, ουρανό και θάλασσα, έζησε ένα Πολυτεχνείο και μια παρωδία επιστράτευσης αμέσως μετά, για να καταλήξει στα ανέμελα ’80s, μ’ όλους τους άντρες να θέλουν να μοιάσουν στον Γαρδέλη, με ασπρόμαυρη μαρινιέρα και κιθάρα μετά μοτοσικλέτας, και τα κορίτσια σε ολίγον Τέτα Ντούζου και Σοφία Αλιμπέρτη, με ξεχειλωμένες μπλούζες, πλαστικούς φλούο κρίκους, σκουλαρίκια και μυτερές λευκές γόβες. Ερωτευτήκαμε παράφορα και αγνά, τηρούσαμε τις αρχές μας, αφού η ελευθεριότητα κι η ξιπασιά ήταν ακόμη για το περιθώριο – φάγαμε και το χαστούκι του AIDS και μας φρονίμεψε έτσι κι αλλιώς…
Πασχίζαμε, οι περισσότεροι, για καριέρες και χειραφέτηση, οι ώμοι στα σακάκια μας κάποια στιγμή ξεπέρασαν τον τετραγωνισμό του ίδιου μας του συντρόφου, μπερδεύτηκαν οι όροι, οι ώρες, τα φύλα. Γίναμε, με τη σειρά μας, γονείς και πάψαμε να είμαστε παιδιά, όχι μόνο για το είδωλο που βλέπαμε στον καθρέφτη μας, αλλά και για κανέναν που δεν απέμεινε στη ζωή να μας ξαναπεί «παιδί μου».
 
Όλα αυτά τα πολλά χρόνια (που κράτησαν όσο μια ταινία του Αγγελόπουλου, από εκείνες τις αργόσυρτες αλλά δίωρες στην ουσία) ήταν ευλογημένα και τυχερά, καλότυχα, όπως μας τα είχαν ευχηθεί οι παππούδες και οι γονείς. Τόσο καλότυχα που είχαμε προλάβει να ξεχάσουμε πως, πίσω από την ευχή σίγουρα θα υπήρχε και μια κρυμμένη «προφητεία», πως αθόρυβα και χωρίς τυμπανοκρουσίες επανάστασης, όλα θα όδευαν σε μια άλλη καταστροφή. Όχι με πτώματα, εκτελέσεις και χαλάσματα με μαύρους καπνούς, αλλά με καταρρακωμένα ήθη κι αξίες και καμένες συνειδήσεις.
Το DNA γενεών και γενεών Ελλήνων, διαβρωμένο από τα τετρακόσια χρόνια της Τουρκοκρατίας και της πρόσμειξής μας με έναν τόσο διαφορετικό λαό, που μας συνέθλιψε για τόσους αιώνες, ταξίδευε στο αίμα αυτού του λαού, διαβρώθηκε μέσα στο χρόνο και από τους νομοθέτες και τους φιλοσόφους προγόνους μας φτάσαμε στους ραγιάδες, πονηρούς και κολπατζήδες γείτονες από την Ασία. Η κουλτούρα μας άλλαξε, όπως και η ιδεολογία μας, η εξωτερική μας εμφάνιση, η ράτσα μας ξερά. Άλλαξε και η μέτρια πια ψυχή μας, ό,τι μας είχε απομείνει από τις βαναυσότητες των άγριων καιρών, με αποτέλεσμα οι μέτριοι να γίνουν κακοί, οι κακοί χειρότεροι και οι κάκιστοι αχρείοι. Και όλοι αυτοί γέννησαν παιδιά που τα μεγάλωσαν όπως μπόρεσαν κι όπως ήξεραν, τα δασκάλεψαν δάσκαλοι μέτριοι ως επί το πλείστον κι έγιναν οι Νεοέλληνες, για να φτάσαμε στο τώρα, στο σήμερα και στο «δεν πάει άλλο».
Στην αρχή, ξεχώριζες τους Νεοέλληνες από τις –τόσο απλές στην καθημερινότητα– κακές τους συνήθειες: Παιδιά που ποτέ δεν πετούσαν τσίκλα ή σκουπίδι στον κάδο, αντιγράφοντας το γονιό τους, ο οποίος άνοιγε το παράθυρο του αυτοκινήτου και τακτοποιούσε το σκουπίδι καταλλήλως, όπως και το τσιγάρο άλλωστε, που το άρχιζαν στα δώδεκα, ως σημάδι ανδρισμού. Στη συνέχεια, αναγνώριζες το Νεοέλληνα από τους κακούς τρόπους, από την οχλαγωγία και τη βία, διότι έμαθε πως η επιβολή του νόμου στο σπίτι του γίνεται με χαστούκι, σπρώξιμο και βρίσιμο. «Όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος», του έμαθαν και στο σχολείο άλλωστε, τόσα και τόσα χρόνια. Και μετά, έμαθε να πληρώνει παράνομα για οτιδήποτε έπρεπε να γίνει νόμιμο. Από τις κλήσεις για τα STOP που παραβίαζε (αφού πάντα έβλεπε τον πατέρα του να γκαζώνει βρίζοντας), μέχρι τις κλήσεις για το παράνομο παρκάρισμα και τις πινακίδες που εξαφανίστηκαν. Όλα επέστρεφαν και σβήνονταν ως διά μαγείας, με ένα «δώρο» στον αστυφύλακα που ήταν γαμπρός του μπατζανάκη β’, στον τελωνειακό - ξάδελφο γαμπρού και τον εφοριακό (νταβατζή φυσικά, αλλά καλό παιδί στην ουσία, γιατί θα μπορούσε να μας πάρει και πιο πολλά για να κλείσει αυτή η μικρή παρανομία στη βιοτεχνία του πατέρα σου) και ούτω καθεξής.
 
Τα καλά παιδιά, εμείς οι Έλληνες, οι ρωμαλέοι νικητές στις μάχες, οι ανδρείοι της ιστορίας, οι αιώνια αδικημένοι στις συμμαχίες, οι Έλληνες που πολέμησαν σαν λιοντάρια, οι εξέχοντες δάσκαλοι, οι καλλιτέχνες, οι πνευματικοί, οι πολιτικοί, μακρινοί - απόμακροι απόγονοι του Περικλή, του Πραξιτέλη, του Σόλωνα και του Πυθαγόρα, γίναμε μεταλλαγμένοι Νεοέλληνες (διεφθαρμένοι Νεοκολομβιανοί καλύτερα), βουτηγμένοι άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο σε μια ιδιόμορφη μαφία κι ορκισμένοι σε μια «ομερτά» διαφθοράς που μόνο εμείς γνωρίζουμε τους όρους.
Τι σημασία έχει αν δεν έζησα φωτιές, σεισμούς και πολέμους όπως οι πρόγονοί μας, όταν παραδίδω στα παιδιά μου αυτό το «σήμερα», με έναν πολιτισμό στον οποίο βασιλεύει το τάλεντ «ζώου», με όλους να ξελαρυγγιάζονται και να ξεγυμνώνονται για να γίνουν Βανδή στη θέση της Βανδή, με τις καλλονές (αν είναι έξυπνες) να γίνονται πορνοστάρ;
Κι ύστερα, πρέπει να αποδείξω πως δεν είμαι ελέφαντας, δημιουργώ περιοδικά (άρα πρότυπα) και κυρίως μεγαλώνω τους νέους Έλληνες… Το τι λέω στα παιδιά μου για την ξεφτίλα των ημερών είναι άλλη συζήτηση, αλλά δεν έχω ούτε εγώ πλέον δικαιολογίες, γιατί κι εγώ φταίω κι έχω το μερίδιο της συμμετοχής στην «ομερτά».
 
Μέσα στη δυσοσμία του πτώματος αυτής της πανέμορφης χώρας, υπάρχει μια αναλαμπή. Αφού είμαστε λαός που μας χρειάζεται σωφρονιστικό σύστημα, επιτήρηση και οικονομικός διευθυντής, καλά θα κάνουμε να λειτουργήσουμε ως σωστοί εργάτες που οφείλουν να κάνουν, επιτέλους, τη δουλειά τους. Διότι, όταν έρχεται, στην προκειμένη, η στιγμή των περικοπών, ανασκουμπώνεσαι με συνοπτικές διαδικασίες και μαθαίνεις να διυλίζεις τον κώνωπα και να βρίσκεις λύσεις εκεί που κάποτε έλεγες πως όλα θα φτιάξουν μόνα τους. Και μαθαίνεις να δουλεύεις πιο αποδοτικά, γίνεσαι πιο χρήσιμος και πιο παραγωγικός. Δεν περιμένεις να σου φέρουν ένα ποτήρι νερό για να σβήσεις τη φωτιά, αλλά ρίχνεις μόνος σου με κουβάδες.
Αποχαιρέτησα την Ελλάδα που ήξερα για πάντα. Το ίδιο εύχομαι και δι’ υμάς. «Ψηλά το ηθικό», λέω σε όλους τους δικούς μου –το λέω στα παιδιά μου κυρίως– γιατί από τον πόλεμο αυτής της γενιάς θα αναγεννηθούν οι Νέοι Έλληνες και όχι οι Ελληνάρες που κάποιοι μας «επέβαλαν» ως πρότυπο εθνικής μαγκιάς και εξυπνάδας. Οι νέοι Έλληνες θα συνεχίσουν όταν όλοι εμείς θα έχουμε παραδώσει σώμα και πνεύμα. Κι οι Νέοι Έλληνες, ιδιοκτήτες του αυθαίρετου της Ελλάδας, θα πρέπει να «σκοτώσουν» το κατεστραμμένο στοιχείο στο DNA τους, καθαρίζοντας τα χαλάσματα των προηγούμενων και κυρίως χωρίς θυμό. Γιατί ο θυμωμένος άνθρωπος –ασχέτως δίκιου ή άδικου– έχει πάντα το ακαταλόγιστο.
«The show must go on». Ή, επί το ελληνικότερον, «ας κρατήσουν οι χοροί».

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Στα Χρόνια Της Χολέρας


Είναι βράδυ, 1.15 μετά τα μεσάνυχτα, και μόλις τώρα –πριν από λίγο– σταμάτησε το μυαλό μου να «βοσκάει» εδώ κι εκεί και με τρόμο πως ένα ακόμα βράδυ θα χαθεί, «το μάντρωσα» για τα καλά, κλείνοντας τις πόρτες και τα παράθυρά του. Οι σκέψεις μου έγιναν τρελές Ερινύες κι έρχονται να με πνίξουν πάντα κάθε βράδυ αυτή την ώρα της ανακούφισης, της αυτοσυγκέντρωσης και του απολογισμού. «Απολογισμός ποιου πράγματος;», εξομολογούμαι με ενοχή. Αφού το έσκασα –πάνε μέρες τώρα– μην αντέχοντας την καθημερινότητα της ζωής μου και του γραφείου, μην αντέχοντας να βλέπω τεθλιμμένους, αγχωμένους, σαλταρισμένους ανθρώπους παντού, μην αντέχοντας τις ειδήσεις, τις πλατείες, τους αδικημένους, τους αγανακτισμένους, τους αηδιασμένους, τους ΠΑΜΕ, τους ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ και κάθε συνδικάτο, κάθε πολιτικό, δημοσιογράφο και παράγοντα. Αγανάκτησα που δουλεύουμε όλοι σαν τρελοί κλείνοντας δυο - δυο τα τεύχη μας λόγω των ακατάπαυστων απεργιών, αγανάκτησα που βλέπω μαμάδες, κυρίως διευθύντριες, αρχισυντάκτριες, στυλίστριες και απαξάπαντες τους εργαζόμενους στα εβδομαδιαία περιοδικά να φεύγουν μετά τα μεσάνυχτα κάθε μέρα, διότι δουλεύουμε συνεχώς, μην ξέροντας αν θα προλάβουμε να κυκλοφορήσουμε στη σωστή ημερομηνία ή αν οι συνεχείς απεργίες της ΔΕΗ και διάφορων άλλων –που ξεπετάγονται καθημερινά– θα μας κάνουν να μη φύγουμε ποτέ από το γραφείο.


Έτσι λοιπόν κι εγώ λιποτάκτησα πριν από δέκα μέρες, τους χαμογέλασα με ένα «λυπημένο χαμόγελο» που έλεγε πολλά, τα μάζεψα κι έφυγα. Μάζεψα τα ρούχα των παιδιών μου, πήρα προμήθειες, ξηρά τροφή, τα παιδιά κι έφυγα σχεδόν νύχτα. Την προηγούμενη είχα κάνει μια αναγνωριστική βόλτα το μεσημέρι στο Σύνταγμα, και δυο δουλειές σε εκκρεμότητα και ένα ραντεβού που δεν έφτασε ποτέ λόγω πορείας ήταν αρκετά για να με κάνουν να το βάλω στα πόδια σαν φυγόδικος την επόμενη. Η πιο βρόμικη πλατεία από καταβολής Συντάγματος, με βουνό τα χαρτιά του ΠΑΜΕ και του κάθε ΦΥΓΕ και ΔΙΑΛΕΧΤΕ διαμαρτυρόμενου της γης, μια κανιβαλιστική διάθεση που πλανιόταν στον αέρα, μια «αγριάδα τρελού» στα μάτια όλων των παρευρισκομένων στην πλατεία, τα σπασμένα πεζοδρόμια, τα λευκά μάρμαρα ρημαγμένα από εκδίκηση, αγανάκτηση και κρυμμένη υπομονή που έγινε «ύαινα λυσσαλέα» στο μυαλό ανθρώπων που πραγματικά βρήκαν τρελό κουράγιο για να ξεσηκωθούν έτσι, συνέθεταν την εικόνα που αντίκρισα. Ξεσηκωμός και πλιάτσικο, βρομιά και χάος μαζί. Κακός οιωνός, είπα, ενώ είχα διαλέξει επίτηδες να μην κουβαλήσω τσάντα μαζί μου, να βγω σαν να πήγαινα για γάλα στη γωνία. Κι όμως, δεν έβγαλα άκρη. Δίπλα στους θυμωμένους, τους αγανακτισμένους, έβλεπα και βέβηλους, κανείς από τους οποίους δεν σκέφτηκε πώς θα καθαρίσει μετά αυτό το χάλι, πώς θα ξανακολληθούν τα μάρμαρα, πώς θα μαζευτεί το χαρτομάνι που έγινε λάσπη και ένα με τα σπασμένα πεζοδρόμια, πώς θα σβήσουν οι βρισιές από τους τοίχους. Απογοητεύτηκα και έφυγα νωρίς. Δεν χρειαζόταν όλο αυτό. Είναι και μάταιο, νομίζω – και να με συγχωρήσουν οι θερμόαιμοι.

Μόνο η τιμωρία βάζει τα πράγματα στη θέση τους σ’ αυτήν τη ζωή. Όλοι ξέρουμε πόσοι και ποιοι «καλοί» χωράνε στη φυλακή, με έναν πρόχειρο απολογισμό των τελευταίων δεκαπέντε ετών. Σε όλο τον προηγμένο κόσμο γίνονται φυλακίσεις διεφθαρμένων πολιτικών και δήμευση της περιουσίας τους. Αυτό και μόνο αρκούσε, με συνοπτικές διαδικασίες και με πολιτικές καθαιρέσεις, ως πρώτο αντικαταθλιπτικό, στο δύσμοιρο λαό μας.
Λιποτάκτησα λοιπόν, σας το ’πα… Ήρθα στο σπίτι μου στο νησί, που για εκείνους που δεν ξέρουν είναι «το νησί της χλιδής» και για εμένα που ξέρω είναι το μέρος όπου βλέπω ορίζοντα από το μπαλκόνι μου, ουρανό καθαρό, αγελάδες και πρόβατα δεξιά μου, κοκοράκια που τα ακούω την ανατολή, όταν με ξυπνούν για λίγο. Σ’ αυτό το νησί, που είναι πιο όμορφο το χειμώνα και την άνοιξη, το νησί της μοναξιάς μου, που μόνο ένας μόνιμος κάτοικός του ξέρει να τη βρίσκει. Έπειτα από τρεις ημέρες, άρχισα να μεταμορφώνομαι σε ένα φιλήσυχο άνθρωπο, η μελαγχολία μου υποχώρησε και ακόμα και τις ειδήσεις τολμώ να τις αναλύσω ψυχραιμότερα. Δουλεύω συνεχώς, σε επικοινωνία με το γραφείο μου, σκέφτομαι νέα πράγματα, σκέφτομαι με ελπίδα και όχι με «μαύρο κέφι», δίνω κουράγιο σε αυτούς που το χάνουν, είμαι μια καλή μαμά που τρώει μεσημεριανό, βραδινό με τα παιδιά της, τα αλείφω κρέμα για τον ήλιο ανελλιπώς και τους εξηγώ προσεκτικά τι συμβαίνει «όταν μία χώρα πτωχεύει».
Αισθάνομαι τύψεις κάποιες φορές για την πράξη λιποταξίας μου, αλλά αισθάνομαι και το κουράγιο να βγαίνει από μέσα μου, που μου λέει πως φτάνει πια με το «μεγάλο φαγοπότι» όλων των χαμογελαστών φίλων μας και ίσως κάτι καινούργιο θα βγει μέσα από τη δυσοσμία της Καμόρα, που φαίνεται πως τα έχει σκεπάσει όλα, μα όλα, σε αυτήν τη χώρα. Εγώ θα συνεχίσω να κάνω αυτό που έμαθα να κάνω τόσα χρόνια, να γεννάω ιδέες για περιοδικά. Αυτό ξέρω να κάνω καλά, νομίζω, κι αυτό πρέπει να συνεχίσω να κάνω, πάντα με σημαία την αξιοπρέπεια, εκτός κι αν απελπιστούμε και βλακέψουμε όλοι πια και γίνουμε επίδοξοι παίκτες ριάλιτι, χορευτές με τουτούδες και στρας γάντια, κανονικά νούμερα δηλαδή ή ηθοποιοί σε δακρύβρεχτα τούρκικα σίριαλ, «συνηθισμένοι» βιοπαλαιστές στην τρέλα της φαντασίας της αξιοθρήνητης ελληνικής μας κατάντιας. Ένας τρελός, θεότρελος θίασος που τρέχει να σωθεί, ένας παράφρων λαός πλέον, με ακόμη πιο παράφρονες πολιτικούς, που ψάχνουν να βρουν ποιος «έχυσε το γάλα και γιατί»… Όλοι άρρωστοι από την ίδια αρρώστια να ξορκίζουν το φάρμακο, περιμένοντας πως η αρρώστια θα περάσει με λιτανείες και διαμαρτυρίες τύπου «γιατί, Θεέ μου, σ’ εμένα», και όχι με αυτοσυγκέντρωση, συνεργασία με γιατρούς και εντατική θεραπεία. Αγανακτισμένη, πληγωμένη και αηδιασμένη κι εγώ από μια χώρα που όλο με απομυζούσε από την ώρα που ενηλικιώθηκα κι έβγαλα την πρώτη δραχμή, της κατέθετα πάντα από τους πρώτους τα κόμιστρα και δούλευα πάντα με συνέπεια, με το φόβο μήπως καταστρέψω, μήπως πειράξω κάποιον ή κάτι, μήπως γίνω εγώ η κακιά και η διεφθαρμένη απέναντι στο πιο κακό σύστημα με Αρχιερείς και πρωτεργάτες που τους ήξερα βέβαια, μέλη μιας άτυπης συμμορίας Μαφίας, κάτι από Νονό και τη «μεγάλη ληστεία του τρένου».

Ζω για τη στιγμή που θα παρακολουθώ στην τηλεόραση όχι ειδήσεις, αλλά δίκες όπως αυτές που έβλεπα, κι ας ήμουν μικρή, μετά την πτώση της χούντας. Περιμένω πώς και πώς να δω ποιοι και πόσοι έχουν χρήματα στο εξωτερικό και αν θα έρθουν αυτά ποτέ πίσω, αν θα δημευτούν περιουσίες πάμπλουτων πολιτικών –μερικούς κάναμε το λάθος και τους φωτογραφίσαμε κι εμείς, όταν κοιμόμασταν όρθιοι στο «γλυκό ύπνο του δικαίου», άλλοι μάς χτύπησαν την πόρτα και το ζητούσαν σαν τρελοί, αλλά παραήταν οφθαλμοφανές και για εμάς, τα αθώα άσπρα αρνιά των περιοδικών, καμία σχέση με τους πονηρούς λύκους των εφημερίδων. Περιμένω κι εγώ για τη στιγμή που θα αποδοθεί –αν αποδοθεί ποτέ– δικαιοσύνη. Εδώ θα είμαι, σ’ αυτήν τη χώρα. Δεν έχω άλλωστε να πάω πουθενά αλλού, άντε μόνο σ’ αυτό το σπίτι των ανέμων στο νησί και θα γράφω τις νύχτες ακούγοντας τα καράβια στο λιμάνι και το βουητό του αέρα, που έχει πάψει πια να με φοβίζει. Ό,τι έχω κι αγαπώ είναι σ’ αυτήν τη χώρα, στην οποία ήμουν συνεπής και τακτική σαν μαθήτρια «σπασίκλας», όπως τόσοι και τόσοι άλλοι σαν εμένα, σαν εμάς.

Στη γειτονική Αίγυπτο δημεύτηκαν ήδη κάποιες περιουσίες. Θα περιμένω λοιπόν με τα χρόνια, στωικά, να δω να πληρώνουν κάποιοι κι εδώ για το «μεγάλο φαγοπότι» και για τα «χρόνια της χολέρας» που ακολούθησαν.